Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

σε απόχρωση μπουρινιασμένου σύννεφου

Δυο μόνο σκέψεις κυριαρχούν στο μυαλό του διερχόμενου επισκέπτη: "Πού θα βρω να πιω κάτι;" και "Πώς βρέθηκα εδώ χάμω;". Και όμως, καθώς γράφω τώρα, θυμάμαι τον άνεμο της ερήμου να αναρριπίζει τα πράσινα νερά, το σκληρό μπλε χρώμα του ουρανού, πελώριες γυναίκες να κυλούν εδώ και εκεί στην πόλη φορώντας τα βαμβακερά γαλάζια ίντιγκο μπουμπού τους, τα ομοιόμορφα σκούρα μπλε παντζούρια των σπιτιών στους απαράλλαχτους χωματένιους γκρίζους τοίχους, τους πορτοκαλιούς πτιλονορρύγχους που υφαίνουν τις καλαθωτές φωλιές τους με πουπουλένια φυλλώματα ακακίας, τους κατάμαυρους γυαλιστερούς κηπουρούς που αδειάζουν με αγάπη νερό από πέτσινα φλασκιά σε σειρές από πρασινομπλέ κρεμμύδια, τους λυγερούς αριστοκρατικούς Τουαρέγκ με την υπερφυσική εμφάνιση, με τις χρωματιστές πέτσινες ασπίδες και τις αστραφτερές τους λόγχες, τα πρόσωπά τους τυλιγμένα σε πανιά χρώματος ίντιγκο, τα οποία βάφουν το δέρμα τους σε απόχρωση μπουρινιασμένου σύννεφου. Μου έρχονται ακόμα στο νου άγριοι Μαυριτανοί με μπούκλες σαν δαχτυλίδια, γυμνόστηθα κορίτσια της παλιάς κάστας δούλων Μπέλα που κοπανούν ρυθμικά τα γουδιά τους τραγουδώντας μονότονους σκοπούς και μνημειώδεις κυράδες Σονγκάι με πελώρια σκουλαρίκια σε σχήμα καλαθιού, σαν εκείνα που φορούσε η βασίλισσα της Ουρ εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια.

Bruce Chatwin, "Ανατομία του Αεικίνητου", Χατζηνικολή 1999 (μετάφραση Τάκης Κιρκής)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου