Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

τόσο ελαφρύς που 'γινα

και εγώ συνέχεια να εγκρίνω, για να μπορώ να 'μαι ελεύθερος σε λίγο να τρέξω, να τρέξω, να τρέξω, εγώ που δεν τρώω τίποτα, που μέρα με τη μέρα γίνομαι όλο και πιο ελαφρύς, που δεν βαραίνω για να μπορώ στα κρυφά να ψάχνω αυτό που ψάχνω, πιο πέρα απ' αυτούς που κατεβάζουν τον άμπακο αραχτοί σε κύκλο, έξω στα καφενεία, να εγκρίνω, να εγκρίνω, να μεθάω με το φαγοπότι για το οποίο λέγανε, νιώθοντας τον άνεμο στην πλάτη να με κάνει να ταλαντεύομαι, θα μ' έπαιρνε και θα με σήκωνε αν δεν είχα αγκιστρωθεί διακριτικά σ' εκείνους τους πρησμένους καλοφαγάδες και τη βαριά σαν μολύβι μαλακία τους, θα με είχε παρασύρει τόσο ελαφρύς που 'γινα, σαν τα ρεύματα του αέρα που σε εξαφάνισαν στη γωνιά του δρόμου, ευθύς μόλις σε πήρε το μάτι μου, μια, δυο, τρεις φορές. βλέποντας από πολύ μακριά ότι είσαι ακόμα παιδί, τα παράτησα όλα, με πήρε ο άνεμος και έτρεξα νιώθοντας ότι μόλις και άγγιζα το έδαφος, τόσο γρήγορα όσο κι εσύ, δίχως κανείς να με εμποδίσει τούτη τη φορά, να σε πλησιάσω επιτέλους: μη με παίρνεις για κανέναν πούστη φίλε, επειδή τρέχω και σε πιάνω απ' το μπράτσο, σε σταματάω και σου μιλάω δίχως στ' αλήθεια να σε ξέρω, σε γνωρίζω όμως αρκετά καλά κι έτσι φίλε, για να σου μιλήσω γι' αυτό -μια κοπέλα σε μια γέφυρα- δεν μπορώ να το κρατάω για μένα - θα τολμούσε εξάλλου ένας πούστης να σου κολλήσει δίχως να 'χει τα μέσα, με ρούχα και μαλλιά μουσκίδι; με βλέπεις έτσι τώρα, το κεφάλι μου να μη στέκει και καλά (αλλά θα μου περάσει),

Bernard-Marie Koltès, "Η Νύχτα μόλις πριν από τα Δάση", Άγρα 1993 (μετάφραση Μάγια Λυμπεροπούλου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου