Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2013

τι όμορφη γυναίκα, γαμώτο!

Δεν με κορόιδεψε. Ήταν εκεί. Πανέμορφη. Έλαμπε ανάμεσα σ' όλες τις άλλες. Πουλούσε τις φόρμες στην είσοδο του Ούλτρα. Αυτό θα πει γυναίκα. Φορούσε μια ολόσωμη εφαρμοστή μαύρη φόρμα από λίκρα, με όλη την πλάτη έξω. Το μαλλί ίσιο και ελεύθερο. Ψηλοτάκουνα παπούτσια πλατφόρμες, μέσα στη μόδα, και πόδια γυμνασμένα, τέλεια. Κορμί σφριγηλό, θεϊκό. Ήταν σχεδόν γυμνή. Διαγράφονταν τα πάντα. Οι ρώγες, ο αφαλός, η απαλή καμπύλη της κοιλιάς μέχρι τα μικρά χείλη του κόλπου της. Μπορούσα σχεδόν να μυρίσω τις μασχάλες της, μ' αυτό τον λεπτό και ερωτικό ιδρώτα που έχουν οι μαύρες. Τι όμορφη γυναίκα, γαμώτο! Ήταν πολλές γυναίκες μαζεμένες που πουλούσαν τα πάντα. Από δολάρια μέχρι τσίχλες. Συνέχεια σε κίνηση, κοιτάζοντας τριγύρω. Παραφυλώντας για αστυνομικούς που από μακριά έκαναν τα στραβά μάτια, αλλά με το σκληρό βλέμμα εκείνου που ξέρει ότι έχει το παιχνίδι στα χέρια του. Ήταν όλες τους έτοιμες να βάλουν στις τσάντες το εμπόρευμα που είχαν στο χέρι και να εξαφανιστούν σαν δαιμονισμένες. Στην τσίτα, με τα μάτια τους δεκατέσσερα, στην πρίζα.
Στάθηκα για μια στιγμή πίσω της. Είχε πολλή ζέστη και ήταν ιδρωμένη. Είχε μια πολύ λεπτή μυρωδιά ιδρώτα. Ο πούτσος μου άρχισε να πρήζεται με τη μία. Μόνος του. Μόλις τη μύρισα καύλωσα. Ψιθυριστά της είπα στο αυτί:
"Σου τα αγοράζω όλα όσα σου έχουν μείνει".

Pedro Juan Gutiérrez, "H Βρόμικη Τριλογία της Αβάνας", Μεταίχμιο 2011 (μετάφραση Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου