Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

το δικαστήριο συνέρχεται!

Τι σημαίνει λοιπόν αυτό; Γιατί; Δε γίνεται. Μπορεί να είναι τόσο παράλογη, τόσο αηδιαστική η ζωή; Κι αν όντως είναι τόσο παράλογη κι αηδιαστική, τότε γιατί να πεθαίνει κανείς, και μάλιστα υποφέροντας; Κάτι δεν πάει καλά.
"Μήπως δεν έζησα όπως όφειλα να ζήσω;" ήταν η σκέψη που του πέρασε ξαφνικά από το μυαλό. "Πώς όμως έγινε αυτό, όταν εγώ έκανα πάντα αυτό που έπρεπε;" έλεγε μέσα του και στη στιγμή απόδιωχνε αυτή τη μοναδική απάντηση σ' όλα τα αινίγματα της ζωής και του θανάτου, σαν κάτι εντελώς απαράδεκτο. "Και τώρα τι θες; Να ζήσεις; Πώς να ζήσεις; να ζήσεις όπως ζεις στο δικαστήριο, όταν ο δικαστικός κλητήρας ανακοινώνει: Το δικαστήριο συνέρχεται!" Το δικαστήριο συνέρχεται, συνέρχεται το δικαστήριο, επαναλάμβανε μέσα του. Ιδού το δικαστήριο! Μα δεν είμαι εγώ ο ένοχος! ξεφώνισε γεμάτος κακία. Γιατί; Και τότε έπαψε πια να κλαίει, και στρέφοντας το πρόσωπό του προς τον τοίχο, βάλθηκε να συλλογιέται ολοένα το ίδιο πράγμα: γιατί, προς τι όλη αυτή η φρικαλεότητα;
Μα όσο κι αν σκεφτόταν, απάντηση δεν έβρισκε. Και όποτε του ερχόταν στο μυαλό -και του ερχόταν συχνά- η σκέψη ότι όλα αυτά οφείλονται στο ότι δεν έζησε όπως έπρεπε, αμέσως θυμόταν πόσο σωστή στάθηκε η ζωή του και απόδιωχνε ετούτη την παράξενη σκέψη.

Лев Николаевич Толстой, "Νουβέλες και Διηγήματα", Ροές 2006 (μετάφραση Ελένη Μπακοπούλου, Σταυρούλα Αργυροπούλου, Ολέγ Τσυμπένκο)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου