Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

τι τύπος είμαι λοιπόν;

Η Βαλέρια του χάιδεψε το μέτωπο παραμερίζοντας τα μπερδεμένα μαλλιά του. Έσκυψε μπροστά και τον φίλησε φευγαλέα στα χείλη.
"Έχω καταλάβει τι τύπος είσαι", είπε.
"Αλήθεια; Τι τύπος είμαι λοιπόν;"
"Απ' αυτούς που κρύβονται."
"Που κρύβονται;"
"Απ' αυτούς που σκέφτονται συνέχεια τη δουλειά τους, που τη βλέπουν ακόμα και στον ύπνο τους, που τρέχουν και δε σταματάνε ποτέ."
"Κι αυτό σημαίνει πως κρύβομαι;"
"Βέβαια. Μέσα σ' αυτή τη σύγχυση πολλοί λίγοι ξέρουν ποιοι είναι και τι κάνουν. Γι' αυτό κι εσύ είσαι τόσο γατζωμένος από το ρόλο σου και, όποτε μπορείς, το λες και το ξαναλές, είμαι αστυνομικός, είμαι αστυνομικός. Έτσι δε χρειάζεται να σκέφτεσαι τους Συμμάχους που πλησιάζουν ή τους πόντους που σου 'χουν απομείνει στο δελτίο για το συσσίτιο. Το κάνω κι εγώ αυτό."
"Ενδιαφέρον. Και λοιπόν;"
"Είσαι μόνος σου, αλλά δε σε νοιάζει, αφού σε απασχολεί η δουλειά σου, κι έτσι δε σκέφτεσαι. Και σ' αυτό πάλι μοιάζουμε."
"Ώραία. Και πως τ' ανακάλυψες όλα αυτά;"
"Από τα μάτια σου. Ξέρω να διαβάζω τα μάτια, δε σου το είπα; Διάβασα και τα δικά σου και είδα πως φοβάσαι."
"Μου το 'πες αυτό. Αλλά τι φοβάμαι;"
"Μη σε σκοτώσουν!"
Ο Ντε Λούκα χαμογέλασε, αλλά ήταν ένα χαμόγελο που τρεμόπαιξε λιγάκι στα χείλη του, προτού σχηματιστεί ολοκάθαρα. Η Βαλέρια το κατάλαβε. Τον ξαναφίλησε, του κράτησε το κεφάλι και σηκώθηκε.
"Πάω να ετοιμάσω λίγο καφέ, αληθινό καφέ", είπε.

Carlo Lucarelli, "Η Τριλογία του Φασισμού", Κέδρος 2012 (μετάφραση Μαρία Σπυριδοπούλου, Τόνια Τσίτσοβιτς)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου