Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

σαν σκαθάρια

"Παραδώσου!" άκουσε μια αχνή φωνή.
Μπροστά στον Κορότκωφ βρίσκονταν ο αρρωστιάρης ήλιος, ακριβώς πάνω από το κεφάλι του, ένας σταχτής ουρανός, ένα ελαφρύ αεράκι και η παγωμένη άσφαλτος. Από κάτω και απ' έξω η πόλη δήλωνε την παρουσία της μ' ένα ανήσυχο πνιχτό βουητό. Πηδώντας στην άσφαλτο και κοιτώντας γύρω του, ο Κορότκωφ μάζεψε τρεις μπάλες, πήγε στο στηθαίο, ανέβηκε στο πεζούλι και κοίταξε κάτω. Η καρδιά του σφίχτηκε. Μπροστά του έβλεπε τις στέγες των κτιρίων που φαίνονταν επίπεδες και μικρές, πιο πέρα μια πλατεία όπου σέρνονταν σαν σκαθάρια τρόλεϊ και άνθρωποι και ακριβώς από κάτω του διέκρινε γκρίζες φιγούρες που ορμούσαν χορεύοντας στην είσοδο, στη σχισμή που ήταν το στενό. Και πίσω τους είδε ένα βαρύ παιχνίδι, πασπαλισμένο με λαμπερά, χρυσά κεφαλάκια.
"Με περικύκλωσαν!" βόγκηξε ο Κορότκωφ. "Πυροσβέστες!"

Михаил Булгаков, "Διαβολιάδα", Bell 1997 (μετάφραση Βασίλης Καλλιπολίτης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου