Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

το όνειρο κάποιου που είμαι εγώ

Η Τζίνα δεν απαντά, σαν να μην είχε ακούσει. Ο Μπιάνκο βγαίνει από το ράντσο. Στην πεδιάδα δεν κινείται τίποτα, δε βλέπεις ούτε ένα πουλί, ένα ζώο, ένα συννεφάκι, κι επικρατεί πλήρης άπνοια. Το μπεζ άχυρο, τόσο μαλακό που σβωλιάζει κάτω από τις μπότες του Μπιάνκο, δε γυαλίζει στο εξωπραγματικό και σταχτύ φως. "Ονειρεύομαι", σκέφτεται ο Μπιάνκο. "Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι είμαι στο σπίτι μου στο Παρίσι και κοιμάμαι με μια από τις ερωμένες μου μετά από έναν χορό στην πρεσβεία όπου μπορεί να ήπια ένα ποτηράκι σαμπάνια παραπάνω, ίσως και ονειρεύομαι. Μπροστά απ' τα μάτια μου περνούν εικόνες αποσπασματικές και ασυνάρτητες, ότι δηλαδή μου έστησαν παγίδα οι θετικιστές, ότι κατέφυγα στη Νορμανδία και στη Σικελία, ότι αγόρασα ένα κομμάτι γης στην πεδιάδα στην άκρη του κόσμου, ότι γνώρισα έναν γιατρό που τον έλεγαν Γκάρυ Λόπες και μια γυναίκα που τη λένε Τζίνα, ότι την παντρεύτηκα, ότι υπάρχει μια εχθρική δύναμη που για κάποιους σκοτεινούς λόγους προσπαθεί να με καταστρέψει, ότι έχει εξαπλωθεί επιδημία σε μια πόλη κι ότι τώρα βρίσκομαι σε έναν κενό χώρο, γκρίζο και μπεζ, όπου δε συμβαίνει τίποτα, εκτός από την ίδια τη σιωπή των ονείρων, το όνειρο κάποιου που είμαι εγώ και που δεν ξέρει ότι κοιμάται στο κρεβάτι του, σε έναν τόπο που λέγεται Παρίσι, που λέγεται κόσμος.

Juan José Saer, "Η Ευκαιρία", Ίνδικτος 2000 (μετάφραση Λένα Θεοδωρίδου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου