Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

αλαργινό

Απ’ το ίδιο παράθυρο, το ανατολικό, ο Κίτσος έβλεπε το ποτάμι. Αλαργινό το έλεγαν, ίσως γιατί, ενώ φαινόταν κοντινό, έβανες δρόμο πολύ για να το φτάσεις. Το χειμώνα κατέβαζε έναν κόσμο κούτσουρα και κορμούς δέντρων, αρκετούς για να υλοτομήσουν μια καινούρια πόλη. Τα καλοκαίρια, πάλι, στέρευε κι απόμενε γυμνό, σαν φιδάκι να λιάζεται. Οι άνεμοι διάβαιναν πάνω του, κινημένοι απ’ το βοριά. Πρώτα περνούσαν τα Τέμπη, σάρωναν τον θεσσαλικό κάμπο κι ίσαμε να φτάσουν στην Αττική, στάθμευαν για διανυκτέρευση στη Λοκρίδα. Ίσως γι’ αυτό πάντα αργά τις νύχτες οι φούστες των κοριτσιών σηκώνονταν ένα δάχτυλο και χαλνούσαν οι χωρίστρες στ’ αγόρια. Όμως, ήταν άνεμοι φιλικοί, ξεθυμασμένοι απ’ τα ταξίδια τους – πρόσφυγες κι αυτοί. Περνούσαν ξυστά τους τοίχους, αναποδογυρίζοντας τ’ αραγμένα ποδήλατα, χαλνώντας την τάξη στ’ άδεια κοφίνια. Σήκωναν μικρούς κουρνιαχτούς και καταλάγιαζαν – όπως όλα τα πράγματα στην επαρχία. Ξέφευγαν μόνο οι δράκοντες, σκαλισμένοι στα κάγκελα των μπαλκονιών. Ακίνητοι, ύψωναν τις ουρές με τα λέπια, κουλουριασμένοι, μαύροι και σερπετοί. Με αργή, κυκλωτική κίνηση, έπειτα μ’ ένα ξαφνικό ντιρέκτ, το σκοτάδι έπεφτε πάνω στην κωμόπολη και την αποτέλειωνε.

Μένης Κουμανταρέας, «Τα Μηχανάκια», Κέδρος 2007

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου