Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

δεν το λες καλά, δεν θα περάσεις!

«Σ’ ακούω, φίλε», έλεγε σιγανά αυτός, «πες κι άλλα, όλα πες τα. Βγάλ’ τα, βγάλ’ τα, πες τα όλα, μοναχοί είμαστε, πες τα όλα», καθώς ο νους του και το χέρι έτρεχε με σβελτάδα, σε άλλες εικόνες, ανομολόγητες, πλασμένες όμως εκ του μηδενός, μια και από εμπειρία δεν είχε καμία, όπως καταλάβαινε κι ο λοχίας του, κι αυτές οι πνιγμένες κραυγές που άκουγε εκεί κοντά του, το αντρίκιο αυτό βαριανάσεμα, ήταν γι’ αυτόν τα πρώτα καταδεχτικά κουβεντιάσματα των ανθρώπων της καρδιάς του πάνω στο θέμα. «Πες μας κι εσύ τώρα τι βλέπεις;» του λέει με τη σειρά του της πρώτης Μοίρας ο σκοπός και γέλασε, σαν να του έλεγε· «πρόσεξα, μη νομίζεις, τη φράση σου». Τα ’χασε αυτός για μια στιγμή, αλίμονο αν έλεγε τι βλέπει, θα έμενε το παιδί κατάπληκτο· «βλέπω φως του» του λέει. «Τι φως βλέπεις; τι λες;». «Βλέπω φακό, η έφοδος, κουμπώσου». Και, να, σε λίγο ήρθε κοντά η έφοδος. Ήταν εκείνη η μουστόγρια ο ανθύπας, μόνιμος ανθυπασπιστής, πλάσμα στριμμένο και ανέραστο. «Αλτ! το σύνθημα!» του λέει αυτός. «Πάφος!» του λέγει εκείνος. «Το παρασύνθημα!» «Κυτίον!» λέει ο ανθυπασπιστής. «Δεν το λες καλά, δεν θα περάσεις!». Βγάζει ο ανθύπας το χαρτάκι, το διαβάζει με το φακό. Έτσι, όπως φώτιζε αποκάτω το μούτρο του, σαν τέρας. «Κυτίον!» ξαναλέει. Τότε λέγει αυτώ· «Κυτίον θα πει Κουτί. Άκουσες ποτέ σου τέτοιο σύνθημα; Πέρνα όμως τώρα και μάθε πως Κίτιον, πόλη της Κύπρου, Κίτιον. Δεν άκουσες ποτέ σου, ο Κιτίου;». Και ταυτόχρονα να σπαρταράει μέσα του, καθώς έπιανε τον εαυτό του με το όπλο προτεταμένο να κάνει μες στα άγρια σκοτάδια μάθημα στον ανθυπασπιστή. Πάντως, τον καθυστέρησε και μάλιστα με πολύ επιτυχημένο τρόπο. «Θα σε διορθώσω αύριο στην αναφορά!» του λέγει η κομπλεξική μουστόγρια. «Θα μας τα κλάσεις!» ακούγεται μια άγρια φωνή μέσα απ’ τα σκότη και τα χάνει η μουστόγρια. «Πέρνα τώρα και τα λόγια λίγα!» του λέγει η σωφεράντζα με το αυτόματο. «Θα σας διορθώσω εγώ!». «Σου είπα τι θα μας διορθώσεις!» «Αύριο αρπάζουμε φυλάκα». «Τόσο το καλύτερο θα τα λέμε από πιο κοντά». «Ακούς, εκεί, Κυτίον!». «Της μάνας σου, ρε!». Και γυρνώντας ο της πρώτης Μοίρας του λέγει γλυκά: «Συνάδελφε, άσε τις ντροπές και πες μας τι βλέπεις». Λέγει αυτώ εκείνος· «βλέπω τους ουρανούς ανεωγμένους και τους αγγέλους αναβαίνοντας και καταβαίνοντας εν τω δεσμωτηρίω». Λέγει· «αμήν, αμήν, αμήν».

Γιώργος Ιωάννου, "Επιτάφειος Θρήνος", Κέδρος 1980

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου