Τρίτη, 29 Μαΐου 2012

στου χαμογέλιου της, που νάχα «μπει» γω, την έννοια;

Ω διάολε!.. Νάχεις συ βρει έναν καιρό και να λυσσάν γύρω σου οι άλλοι. Με τις αντλίες πυρός, είχαν δυο μούτσοι βαλθεί πως ν’ αποπλύνουν το πλοίο. Βλέπεις, η άμμος απ’ τα Σιμούν του Σουδάν μας είχε κάμει… ως αρχαίους. Τα φαγητά μας κριτσάναγαν. Ποιος να μου τόλεγε ότι το κρίτσι-κρίτσι (που αυτή έλεγε) δεν ήταν ότι τα φαγιά κριτσανάγαν, αλλά, ότι εννοούσε ποντίκια; «Πως έφαγε (πρωί-πρωί, μου παράστησε) πολύ-πολύ κρίτσι-κρίτσι!» - «Αμ’ εγώ; αμ’ εγώ, (της κάνω εγώ με νοήματα) – εννοόντας ότι στα τέτοια είμαι τσίφτης): εγώ –λέω- να ιδείς κρίτσι-κρίτσι!». Και «τυμπάνισα» για.. «το του λόγου ασφαλές» την κοιλιά μου. Τότ’ αυτή χαμογέλασε. Που νάξερα ότι είχα φάει ποντικούς; Στου χαμογέλιου της, που νάχα «μπει» γω, την έννοια; (Με το να με λέει δε κειος ο χαλές «κουκουβάγια» του, αντικατάστησα το πηλίκιό μου, με κάσκα.. Δεν μ’ απόλειπε, παρά να βάψω μωβ και τα δόντια μου!. Μην –τώρα- θ’ απόχταγα, ως ο κύριος Δεφτάς, και «καρούμπαλο»; - Γι’ αυτό άλλωστε, αυτός, φόραε «μπομπέ»* για να, ο καρούμπαλός του, μη «βρίσκει»!...): Ω φαρδομάνικη των τεμενάδων!... μουρμούρισα – ω πλακομούτσουνη Κίρκη!...

*Γλομποειδές –αυτό- καπέλλο, σκληρό, το και «σκληρό» -για τούτο- ειπωθέντο.

Γιάννης Σκαρίμπας, «Η Μαθητευομένη των Τακουνιών», Νεφέλη 1995

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου