Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

και όλο βρίσκεσαι στο ίδιο μέρος

Τότες έγινε κάτι φοβερό. Ήταν ο πανικός. Κείνος ο αρχαίος πανικός με το ανατριχιαστικό του σκούξιμο, που χούγιαξε πάνω από το στρατό μας με τη βραχνή φωνή του. Είναι μια στριγκιά, ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό ξερασμένο από τα τεντωμένα λαρύγγια χιλιάδων τρελών που ξεχύθηκαν από τα κελιά τους, παραλοϊσμένοι από την ίδια τους την τρομάρα. Αυτό το σκούξιμο ξεχύνεται, απλώνεται, κυματίζει, συνεπαίρνει στο σίφουνα της μανίας του κορμιά και ψυχές. Ο πανικός φρουμάζει από μέσα σου κι απ’ έξω, από ψηλά, από χάμου, δεξά, ζερβά. Τότες το μυαλό παγώνει μέσα στ’ αυλάκια των κοκάλων, οι αίστησες ξεκόβουν από το χαλινάρι του αφέντη εγκέφαλου, και όλα τα μέλη επαναστατημένα, απειθάρχητα, ενεργούν παρζαβλά, δίχως σκοπό. Ο πανικός φυσάει την κραυγή του μέσα στις ψυχές, θεόσταλτη αρρώστια, κυνηγάει τους ανθρώπους με τη βουκέντρα του σαν ένα κοπάδι άγρια ζα. Τον είδα και τον άκουσα εγώ κείνη τη νύχτα να μας προγκάει μέσα στους πλατιούς, λασπωμένους κάμπους, που κρεμιούνται με όλο το μουσκεμένο χώμα τους στα άρβυλα να σε κρατήσουν. Άκουσα τη φωνή του να ξεχειλίζει, ν’ αντιλαλεί από ρεματιά σε ρεματιά, ν’ αντιχτυπιέται στους βράχους μέσα στις βουερές λαγκαδιές που αφήναμε πίσω στ’ αλαφιασμένο μας φευγιό. Μας πρόφταινε ολούθε. Φώναζε μέσ’ από τα νερά, μέσα από τα δέντρα, μέσ’ από τη λάσπη, από τις κουφάλες και τις σπηλιές. Η μούρη του είναι πλατιά, χλωμή σαν το θειάφι, με τρίχες όρθιες, με μάτια αλλήθωρα, διάπλατα τεντωμένα. Μέσα απ’ εκεί σε κοιτάζει επίμονα η τρέλα. Κι αυτό το φριχτό πράμα, που έχει χίλιες φωνές, χίλια χέρια από μαλακόν ίσκιο, τρέχει καταπόδι σου, πίσω από το τρέκλισμά σου να σε πιάσει. Οι βράχοι μορφάζουν, παραμορφώνουν τα σχήματά τους σπασμωδικά, κουνούν τερατώδικα τα μέλη καταπάνω σου. Τα χαμόδεντρα ψιθυρίζουν συνωμοτικά ενάντιά σου, στριμώχνουνται στις περασιές σου, λουφάζουν και παραμονεύουν καταλαγιασμένα μπρούμυτα, με τα μαλλιαρά τους κεφάλια σμιχτά. Έχουν ευκίνητα χέρια λυγερά, μακριά, με νύχια γαμψά και παραφυλάνε να περάσεις. Τότες τινάζουν ξαφνικά τα νευρωμένα τους πλοκάμια και σε αγκιστρώνουν από το πόδι, από την άκρη της μαντύας. Πέφτεις χάμου και χτυπάς και ματώνεσαι δίχως να μιλήσεις. Ξανασηκώνεσαι πάλι και τρέχεις ολοένα με την ψυχή στο στόμα, και όλο βρίσκεσαι στο ίδιο μέρος, στο χώρο του πανικού. Σκοντάφτεις σε μια σειρά μισοκαμένα βαγόνια και αλλάζεις δρόμο να τους ξεφύγεις, γιατί σου φτύνουνε σκοτάδι γεμάτο υπονοούμενα φοβερά. Βουίζουν μέσα στη νύχτα με τ’ ανοιχτά τους στόματα, βρικολακιάζουν και σέρνουν τους στρεβλωμένους, τους σκουριασμένους σκελετούς των πίσω σου, σαν τερατώδικα προκατακλυσμικά λείψανα. Δώδεκα χιλιάδες ξετρελαμένοι φυγάδες χιμήξαμε έτσι μέσα στη φαρδιά στράτα του λυτρωμού που δεν είχε σύνορα, να γλιτώσουμε. Περνούσαμε ανάμεσα από τα Σταροχώρια. Και οι χωριάτες, μόλο που δεν είχαμε αγγίξει τρίχα σαν πήραμε τα χωριά τους, παραφύλαγαν το πέρασμά μας. Βγήκανε μέσ’ από το σκοτάδι, κι από τις δυο μεριές, και μας ντουφεκάγανε, κόβανε με τσεκούρια τα πόδια των φαντάρων, ξεριζώνανε με τανάλιες τις γλώσσες τους. Σιδερένια φκυάρια και αξίνες σκίζανε τα παιδιάτικα πρόσωπα των φαντάρων δυο στη μέση.

Στράτης Μυριβήλης, "Το κόκκινο βιβλίο", Εστία 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου