Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

πρέπει να πάω σπίτι μου

Αργά το απόγεμα, με πικρές σκέψεις στο μυαλό, περίμενα στη στάση το λεωφορείο για το γυρισμό. Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Κάτι πουλιά αργοπορεμένα είχαν αποπροσανατολιστεί και γυρόφερναν πάνω από τους φανοστάτες και το μοναδικό δέντρο της πλατείας, αναζητώντας τις φωλιές τους.
Το λεωφορείο στην αφετηρία ήρθε στην ώρα του αλλά δεν μπήκα, γιατί σε όχημα εν στάσει με πιάνει έντονη κλειστοφοβία, και περίμενα πρώτα να πάρει κι άλλους επιβάτες. Έκανα μια βόλτα πίσω από την πλατεία, μα όταν ξαναγύρισα το λεωφορείο είχε γίνει άφαντο. Απελπισία μ' έζωσε και άρχισα να ψάχνω απεγνωσμένα για ταξί. Δύο πέρασαν από μπροστά μου τρέχοντας. Κι ενώ ήταν άδεια δεν μου έδωσαν σημασία και δεν σταμάτησαν να με πάρουν.
Αλλά, να το λεωφορείο μου ξαναφάνηκε στην πλατεία. Ήρθε από ένα στενό δρόμο, πέρασε από μπροστά μου, μα ο οδηγός του δεν ανταποκρίθηκε στο νεύμα που του έκανα. Στον μισό όμως γύρο της πλατείας σταμάτησε κι άνοιξε τις πόρτες. Έτρεξα κι ανέβηκα, αλλά οι λιγοστοί επιβάτες, δυο-τρεις άντρες και μια γυναίκα, μου έκαναν νόημα να βγω.
"Πρέπει να πάω σπίτι μου", τους λέω.
"Κατέβα γρήγορα. Δεν βλέπεις ποιον κουβαλάμε μαζί μας; Ρίξε μια ματιά στο τελευταίο κάθισμα".
Κοίταξα, αλλά αυτό που δεν είδα ή δεν μπορούσα να δω και το 'βλεπαν οι άλλοι με τρόμαξε τόσο πολύ, ώστε κατέβηκα ευθύς κι άρχισα να τρέχω πανικόβλητος.

Ε.Χ. Γονατάς, "Τρεις Δεκάρες", Στιγμή 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου