Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

άθελά του

Την πρώτη φορά που την είδε ο Φραγκίσκος Τεσιέ ένιωσε ότι αυτό το πρόσωπο του άρεσε πάρα πολύ. Συναντάς ενίοτε κάτι γυναίκες που σε πιάνει η όρεξη να τις σφίξεις τρελά στην αγκαλιά σου, αμέσως, δίχως να τις γνωρίζεις. Αυτή η κοπέλα ανταποκρινόταν στις ενδόμυχες επιθυμίες του, στις κρυφές προσδοκίες του, σ’ αυτό το είδος ιδεώδους έρωτα που φέρουμε, δίχως να το ξέρουμε, στο βάθος της καρδιάς.
Την κοίταζε επίμονα, άθελά του. Ενοχλημένη από αυτό το βλέμμα που την παρατηρούσε εκείνη κοκκίνισε. Το πρόσεξε και θέλησε να γυρίσει αλλού το βλέμμα, αλλά κάθε τόσο γύριζε να τη δει, αν και προσπάθησε να στυλώσει τα μάτια του αλλού.
Μετά από μερικές ημέρες γνωρίστηκαν χωρίς να μιλήσουν. Της παραχωρούσε τη θέση του όταν η άμαξα ήταν πλήρης και αυτός ανέβαινε στο υπερώο, αν και αυτό τον λυπούσε. Τον χαιρετούσε τώρα μ’ ένα μικρό χαμόγελο και παρόλο που χαμήλωνε πάντοτε τα μάτια στο δικό του βλέμμα, που το έβρισκε πολύ ζωηρό, δεν φαινόταν πια δυσαρεστημένη έτσι που την κοιτούσε επίμονα.
Τέλος μίλησαν. Ένα είδος γρήγορης οικειότητας αναπτύχθηκε μεταξύ τους, μια ημίωρη καθημερινή οικειότητα. Και αυτό ήταν βέβαια το πιο ευχάριστο ημίωρο της δικής του ζωής. Όλο τον άλλο καιρό τη σκεφτόταν, την ξανάβλεπε αδιάκοπα κατά τις μακρές ώρες υπηρεσίας στο γραφείο, σαν να τον είχε στοιχειώσει, να τον είχε συνεπάρει και κατακτήσει αυτή η επίμονη και κινούμενη εικόνα που αφήνει μέσα μας η μορφή μιας αγαπημένης γυναίκας. Του φαινόταν ότι η πλήρης απόκτηση αυτού του μικρού πλάσματος θα ήταν γι’ αυτόν μια τρελή ευτυχία, σχεδόν πάνω από τα ανθρώπινα επιτεύγματα.

Guy de Maupassant, «Δεκατέσσερα διηγήματα και ένα χρονογράφημα», Πορεία 2004 (μετάφραση Γιάννης Παππάς)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου