Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

πριν τη ζωή, ο θάνατος.

Μαύρη, μέσα σ' ένα κατασκονισμένο φεγγοβόλημα ήλιου αυγουστιάτικου να σου κόβει την ανάσα, μια νεκροφόρα τρίτης τάξης στάθηκε στην είσοδο της καινούριας πολυκατοικίας, πέρα, σ' αυτούς τους νέους δρόμους της Ρώμης, στο τετράγωνο Πράτι ντι Καστέλο.
Θα 'ταν τρεις το μεσημέρι.
Όλα εκείνα τα καινούρια σπίτια, που στο μεγαλύτερο μέρος τους ήταν ακατοίκητα ακόμη, φαίνονταν σαν να κοίταζαν με τα ξεγυμνωμένα τους παράθυρα εκείνη τη νεκροφόρα. Καμωμένα για να φιλοξενήσουν τη ζωή, να που βλέπουν τώρα το θάνατο να 'ρχεται για θήραμα, ακριβώς εδώ μπροστά τους.
Πριν τη ζωή, ο θάνατος.
Και είχε έρθει αργά αργά, με το πάσο της εκείνη η νεκροφόρα. Ο αμαξάς, καταϊδρωμένος, το 'ριχνε στον ύπνο που και που, με το ημίψηλο ριγμένο στραβά πάνω στη μύτη και το ένα πόδι στο κάθισμα απέναντι. Στην πρώτη είσοδο που του φάνηκε πως είχε το σημάδι του πένθους, μισάνοιχτη πόρτα, ξαμόλησε το πετάλι του φρένου, συγκράτησε τα χαλινάρια και ξάπλωσε να κοιμηθεί πιο άνετα κάτω από το κουβούκλιο. Από την πόρτα του μοναδικού καταστήματος σ' αυτό το δρόμο, εμφανίστηκε τραβώντας τη διχτυωτή κουρτίνα ένα ανθρωπάκι ξεχτένιστο και καταϊδρωμένο, εύρωστο, με τα μανίκια τραβηγμένα πάνω στα τριχωτά του μπράτσα.
-Ψιτ! φώναξε στον αμαξά. Έι, πιο κει!
Ο αμαξάς σήκωσε το κεφάλι για να κοιτάξει κάτω απ΄το γείσο του καπέλου που 'χε κατεβασμένο μέχρι τη μύτη. Πάτησε το φρένο, τράβηξε τα χαλινάρια πάνω στην πλάτη των αλόγων και προσπέρασε το μπακάλικο χωρίς να πει λέξη. Εδώ ή εκεί, γι' αυτόν ήταν το ίδιο.

Luigi Pirandello, "Χάος", Καστανιώτης 1989 (μετάφραση Σωτήρης Τριβιζάς - Κατερίνα Γλυκοφρύδη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου