Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2012

αμφίβολο

Μύγες βοΐζουνε χαρούμενα στο γαλάζιο αέρα. Η εξοχή μυρίζει όμορφα. Χώμα υγρό, μισοζεσταμένο, και χορτάρι φρέσκο. Κάπου, πίσω απ’ τα δέντρα, μια αγελάδα μουκανίζει μονότονα. Στρατιώτες γελούνε. Φυσικά, όλο το ζήτημα στηρίζεται σε μια διαίσθηση. Του ήρθε προχτές του Κυριάκου Κωστακαρέα, στην πλατεία Συντάγματος. Του ξαναήρθε σήμερα, στη φανταστική μάχη με τους αλεξιπτωτιστές. Του ξεσκέπασε ανεπάντεχα τούτη την απλή κι ευκολονόητη αλήθεια, πως η ανθρωπότητα είναι τρελλή. Έτσι, αποκαλυπτικά, δεν γεννήθηκαν τάχα όλες οι μεγάλες ιδέες;
Δίπλα του, ο Ντουντούμης γυαλίζει μ’ επιμέλεια και στοργή ένα σκερπανάκι. Θα το πάρει, λέει, μαζί του στον πόλεμο. Σαν τελειώνει η μάχη, θα βγαίνει περίπατο και θα επιθεωρεί τους σκοτωμένους. Θα τους ψάχνει το στόμα και θα χτυπά, με το σκερπανάκι του, τα χρυσά δόντια. Έχει κάμει τους υπολογισμούς του. Αν δουλέψει με σύστημα, λογαριάζοντας βέβαια και τις βέρες των παντρεμένων, μπορεί να φέρει πίσω ένα δισάκκι γεμάτο χρυσάφι, περιουσία μεγάλη. Θ’ ανοίξει πορνείο που δεν το ξανάδε η Αθήνα. Θα φέρει γυναίκες από την Ανατολή.
Ένα τραγούδι κοριτσίστικο σηκώνεται μέσα από τα χωράφια, ανάκατα με το μουκάνισμα της αγελάδας, με τα γέλοια των φαντάρων: «Όλο μου λες πως πια δεν μ’ αγαπάς. Γιατί; Γιατί; Γιατί;» Ο Κυριάκος Κωστακαρέας προσπαθεί να συγκεντρωθεί. Η ανθρωπότητα λοιπόν είναι τρελλή. Η φυσική της κατάσταση είναι μια τρέλλα ήρεμη και κρυμμένη, σαν σιγανή φωτιά, που έχει την εξωτερική όψη της φρονιμάδας, μα που εύκολα, μόλις βοηθήσουν κατάλληλες περιστάσεις, φουντώνει και γίνεται τέλεια λωλαμάρα. Εξάλλου, ανάμεσα σε τούτην τη σιγανή τρέλλα, που είναι ο γενικός κανόνας, και στη φανερή τρέλλα των ανθρώπων που τους κλείνουν στα φρενοκομεία, μπορεί κανείς να χαράξει όρια καθαρά και σίγουρα; «Αμφίβολο», συλλογίζεται ο Κυριάκος Κωστακαρέας. Το κορίτσι ξελαρυγγίζεται: «Με φοβερίζεις πως αλλού θα πας. Γιατί; Γιατί; Γιατί;»

Γιώργος Θεοτοκάς, «Ασθενείς και Οδοιπόροι», Εστία 1964

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου