Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

καμιά συγκίνηση δεν πρέπει να σβήνει και να χάνεται αχαρτογράφητη

Το κερί κόντευε να τελειώσει. Σύρθηκε προς τις φλοκάτες και πλάγιασε. Έβγαλα ένα δικό μου κερί που είχα μέσα στο σακούλι και το άναψα, για να μπορώ να σου γράψω. Τι έχουν να πουν οι αρχαίοι για δυο πλάσματα που ψάχνουν ο ένας τον άλλον μες στο σκοτάδι; Δεν ξέρω. Είδα πώς του χάιδεψε τα μαλλιά, πώς πέρασε το χέρι της πάνω απ' την πληγή στο μάτι. Δεν είναι αντρόγυνο που πέρασε μια ολόκληρη ζωή μαζί, που έκανε παιδιά, εγγόνια και τώρα περιμένουν το θάνατο αγκαλιά παίρνοντας θάρρος ο ένας από τον άλλον. Είναι μόνο δυο πλάσματα της νύχτας, σαν τα νυχτοπούλια, την αρκούσα, τα σκυλιά που αλυχτούνε σε κάθε φύσημα του ανέμου. Μη βιαστείς να πεις πως είναι ανήθικο και σιχαμερό. Η ηθική είναι για τους χορτάτους και τους καλοντυμένους.
Σου γράφω λοιπόν για μια καληνύχτα από εδώ, από τη γειτονιά των εξαθλιωμένων, σου γράφω έξω από μια περιτοιχισμένη πόλη γεμάτη μυστικά και ομίχλη. Σου γράφω από την καρδιά μιας ανάλγητης αυτοκρατορίας. Σου γράφω για την ανάγκη να τα διαφυλάξω όλα, πιο πολύ γιατί καμιά συγκίνηση δεν πρέπει να σβήνει και να χάνεται αχαρτογράφητη.
Κοιμούνται, ακούω τις ανάσες τους. Η γριά έχει κολλήσει πάνω στην πλάτη του, παίρνει τη ζέστα του για να διώξει τις φωνές της νύχτας που την τάραξαν, τη σήκωσαν και την έφεραν εδώ με τρύπιες παντόφλες. Κοιμούνται. Αύριο μπαίνω στην πόλη και δε θα ξαναεπιστρέψω ποτέ εδώ, όμως αυτή η φωλιά τους θα κρατήσει ως το θάνατο. Ποιος ξέρει, ίσως και να πεθάνουν μαζί. Θα 'ναι τότε η νύχτα που η αρκούδα θα βγάλει ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό, θα κόψει την αλυσίδα και θα τρέξει προς τους σκοτεινούς βάλτους, τότε που τα μάτια της θα ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν τις δυο αδερφές της, τη μεγάλη και τη μικρή στον ουρανό.

Ισίδωρος Ζουργός, "Η Αηδονόπιτα", Πατάκης 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου