Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

να μη βραχεί

Σε τρεις μέρες φιλιώσαμε. Να με κρεμούσαν, δεν ανέβαινα να τηνε βρω, μα περνούσα και ξαναπερνούσα από το στενό, όσο που μ’ είδε και με πρόφτασε. Γυρίσαμε ώρες στα χωράφια, κι ας ψιχάλιζε, της φόρεσα το δίκωχο, να μη βραχεί, έβγαλα το χιτώνιο κάτω από τη χλαίνη και το ‘ριξα στις πλάτες της. Για να μην πατήσει λάσπες, τη σήκωνα στα χέρια. Κι ύστερα βρήκα έναν αχερώνα παλιό και κάτσαμε, έστρωσα χόρτο καταγής. Κι ήθελα να την πάρω στο χωριό, στο σπίτι μου, να βουλώσω τα στόματα ολωνών, να την έχω μονάχος, να μου κάμει παιδιά και να τα στέλνουμε στο σκολείο. Και μου ‘πε να μαζέψει λεφτά για να βάλουμε μύλο στο χωράφι, να μην κοψομεσιαζόμαστε στο γεράνι. Και θύμωσα για τα λεφτά, γιατί δεν είναι βγαλμένα με ιδρό που να σταλάζει στον καθαρό αγέρα και να τονε στεγνώνει ο ήλιος, μόνο ανακατώθηκε με ξένον και πήρε από την μπόχα του. Κι η μυρουδιά της δε μ’ αρέσει, και δεν ξέρω αν είναι η δικιά της. Κι έκλαψε, γιατί δε με καταλάβαινε καλά, κι ήμουν και θυμωμένος. Έσκυψα στα μάτια της κι ήπια τα δάκρυά της, και σύχασε.

Νίκος Κάσδαγλης, «Οι Κεκαρμένοι», Bell 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου