Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

αλλά πάλι, να απαρνηθείς τη λογοτεχνία;

«Ένα πουλάκι έπεσε θύμα ενός τσιχλογερακιού. Προτού χαθεί για πάντα πρόφτασε να διαμαρτυρηθεί βγάζοντας μια δυνατή κραυγή αγανάκτησης. Έτσι, το πουλάκι αισθάνθηκε πως έκανε το καθήκον του, και η μικροσκοπική ψυχούλα του, περήφανη για την πράξη αυτή, πέταξε μες στη λαμπρότητά της προς τον ήλιο και χάθηκε στον γαλανό ουρανό.»
Αχ, τι γλυκιά παρηγοριά! Ο Μάριο έκανε μια παύση για να θαυμάσει τον γαλανό ουρανό, τον παράδεισο των φτερωτών ψυχών.
Ο δεύτερος παρηγορητής διόρθωσε μ’ ένα χαμόγελο τη βροντερή του ανακοίνωση πως δεν έχει πια καμία πρόθεση να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Αυτή η σκέψη του ήρθε βέβαια πολύ αργά. Ο Μάριο γέλασε και σκέφτηκε πως κάποια αθώα πλάσματα που ήταν κοντά του έκαναν το ίδιο λάθος:
«Ένα πουλάκι πληγώθηκε από μια σφαίρα. Αφιέρωσε τα τελευταία λεπτά της ζωής του προσπαθώντας να πετάξει μακριά από το θορυβώδες μέρος όπου χτυπήθηκε. Κατάφερε να χωθεί στην ησυχία του δάσους και ξεψυχώντας ψιθύρισε: “Σώθηκα”.»
Ο τρίτος παρηγορητής διευκρίνισε αυτό που είπε ο δεύτερος. Το να κρύψεις την αγάπη σου για τη λογοτεχνία είναι εύκολο. Είναι, όμως, απαραίτητο να έχεις το νου σου στους κόλακες και στους εκδότες. Αλλά πάλι, να απαρνηθείς τη λογοτεχνία; Και πως θα ζήσεις μετά; Η τραγωδία που ακολουθεί τον ενθαρρύνει να μην κάνει αυτό που θα ήθελε ο Τζάια:
«Ένα πουλάκι, ζαλισμένο από την όρεξη για φαγητό, πιάστηκε σε μια ξόβεργα. Το βάλανε σε ένα φρικτό κλουβί όπου δεν μπορούσε ούτε τα φτερά του να ανοίξει. Υπέφερε τρομερά, ώσπου μια μέρα το πορτάκι έμεινε ανοιχτό και το φυλακισμένο πουλάκι πέταξε και πάλι ελεύθερο. Αλλά δεν το χάρηκε για πολύ. Η εμπειρία του το είχε κάνει πολύ καχύποπτο και όπου έβλεπε φαγητό φοβόταν πως επρόκειτο για παγίδα και πετούσε μακριά. Έπειτα από λίγο καιρό ψόφησε από την παίνα.»

Italo Svevo, «Τέλεια Φάρσα», Ποντίκι 2007 (μετάφραση Ασημίνα Μητσιμπόνου)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου